Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζόβενος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζόβενος Προφορά: τζόβενος
  1. νεαρός κομψευόμενος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη giovane

Παρατηρήσεις - Σχόλια