τζιχτζιρίνος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζιχτζιρίνος
Προφορά: τζιχτζιρίνος
-
1) αβγό ξηροψημένο στη στάχτη
2) αβγό γεμισμένο με πίσσα για να γίνει γερό και να σπάζει τα αβγά των άλλων στο τσούγκρισμα του Πάσχα
3) άνθρωπος λεπτοκαμωμένος αλλά δυνατός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης