Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιχτζιρίνος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζιχτζιρίνος Προφορά: τζιχτζιρίνος
  1. 1) αβγό ξηροψημένο στη στάχτη 2) αβγό γεμισμένο με πίσσα για να γίνει γερό και να σπάζει τα αβγά των άλλων στο τσούγκρισμα του Πάσχα 3) άνθρωπος λεπτοκαμωμένος αλλά δυνατός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια