Προέλευση: από το ρήμα εγκλώθω
Χρήση από: Ι. Σαλτσής
Παράδειγμα: Προφάσεις έν αμαρτίαις εγκώθεις. (αποζητώ)
Ενεστώτας: εγκώθω Παρατατικός: έγκωθα , εγκώθεινα / εγκώθ'να Μέλλοντας: θα εγκώθω Αόριστος: έγκωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω ποιητικής χρήσης του λήμματος.