Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γκόλπιον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γκόλπιον , 2. 'γκόλπιον Προφορά: γκόλπιον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ασημένια θήκη πλακέ με αλυσίδα, μέσα στην οποία τοποθετούσαν ή ευχές ή μαγικά γράμματα ή σύμβολα των τσ̌ιντζήδων

Παρατηρήσεις - Σχόλια