Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζιλόνομος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζιλόνομος Προφορά: τζιλόνομος
  1. για αλλόθρησκο, εκείνος του οποίου ο θρησκευτικός νόμος είναι άξιος περιφρόνησης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια