Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τζιλαρείος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζιλαρείος
Προφορά: τζιλαρείος
ευκοιλιότητα, διάρροια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
κίνηση (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
τζιλιαρίτα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια