Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζερεμές (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζερεμές Προφορά: τζερεμές
  1. 1) άδικη ζημιά 2) άνθρωπος άχρηστος, τεμπέλης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη cereme = πρόστιμο

Παρατηρήσεις - Σχόλια