Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εγκαίριμος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εγκαίριμος Προφορά: εγκαίριμος
  1. μεσοκαιρίτες ηλικίας 40 κι απάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. μεσήλικας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) αυτός που έχει προχωρημένη ηλικία 2) αυτός που πλησιάζει στα γηρατειά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. μεσόκοπος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια