Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ο Τσ̌ίντζογλης εκαβάλ'κεψεν τ’ εγερλίν τ’ άλογον ατ’ κι επήεν σο παναΰρ’.
Αρσενικό: Ενικός: εγερλής Πληθυντικός: εγερλήδες
Θηλυκό: Ενικός: εγερλήσα Πληθυντικός: εγερλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: εγερλίν Πληθυντικός: εγερλία
Σχόλιο: Εύχρηστο μόνο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο.