Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τζατζαλίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌ατζ̌αλίζω
Προφορά: τζατζαλίζω
1) γυμνώνω κάποιον 2) αφαιρώ τον καρπό από το στέλεχος φυτού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσατσαλίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια