Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζαρτζάρισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌αρτζ̌άρισμαν Προφορά: τζαρτζάρισμαν
  1. τρίξιμο παραγωγή κρότου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια