Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζαρανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζαρανίζω Προφορά: τζαρανίζω
  1. τρεμοσβήνω 1) βγάζω αμυδρό φως 2) για ήλιο, μόλις φαίνεται ανάμεσα στα σύννεφα 3) βλέπω αμυδρά, άτονα, όχι καθαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια