Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παιξίον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παιξίον Προφορά: παιξίον
  1. παιχνίδι, κοροϊδία παίξιμο μουσικού οργάνου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια