Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εζαπλάεψα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εζαπλάεψα Προφορά: εζαπλάεψα
  1. σφετερίστηκα οικειοποιήθηκα αυθαίρετα κάτι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια