Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διψαμένον (το) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: διψαμένον Προφορά: διψαμένον
  1. διψασμένο Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια