Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διχερέαν (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διχͮερέαν Προφορά: διχερέαν
  1. δύο παλάμες Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια