Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίγοργον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δίγοργον Προφορά: δίγοργον
  1. είδος χορού με γρήγορες κινήσεις των χορευτών Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια