Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Τα χαψία ’κ’ εβγαίν’νε, εβγάλλ’ν ατα. (βγάλλω)
2) Έβγαλα το ψωμί μ’. (κερδίζω τα προς το ζην, βγάζω την κουραμάνα)
3) Εβγάλλω τ’ όνομαν ατ’ς. (κακοφημίζω, κατηγορώ επί μοιχεία, κλοπή κλπ, συκοφαντώ)
4) Εβγάλλω το πινα̤κίδ’. (τελειώνω)
5) Εβγάλλω ασό ταφίν. (ανασκάφτω)
6) Εβγάλλ’ ατον σον πρόσωπο μ’. (με την ανόητη συμπεριφορά μου τον ανάγκασα να αυθαδιάζει)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα ἐκβάλλω