Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δεσκαλική (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δεσκαλική Προφορά: δεσκαλική
  1. διδασκαλία Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια