Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δέησην (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δέησην Προφορά: δέησην
  1. δέηση η παράκληση του ιερέα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια