Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γριντζιανίζ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γριντζ̌α̤νίζ' Προφορά: γριντζιανίζ
  1. γρυλίζει τρίζει τα δόντια του από θυμό Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια