Ενεστώτας: βαΐζ' Παρατατικός: εβάιζε Μέλλοντας: θα βαΐζ' Αόριστος: εβάισεν
γ' ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτα του ρήματος "βαΐζω"
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο γ' πρόσωπο Ενικού και Πληθυντικού.