Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξυλάγγ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ξυλάγγ' , 2. ξυλάγκ' Προφορά: ξυλάγγ
  1. βουτυρόκαδος σχήματος κυλίνδρου με οπή στη μέση για να εισαχθει το θόγαλαν (κρέμα) ή το γιαούρτι, από τα οποία έβγαινε το βούτυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά ξύλον + αγγείον

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Βλ. λ. δρουβάν'

  2. ξύλινο αγγείο κατασκευής βούτυρου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. ξύλινο βαρελάκι, όπου γίνεται το βούτυρο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. ξύλινο επιμήκες βαρέλι για την παρασκευή του βουτύρου Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια