Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

δρομογύρισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δρομογύρισμαν Προφορά: δρομογύρισμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    στροφή του δρόμου

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντης

    Παράδειγμα:
    Σο τρανόν το δρομογύρισμαν απάν’, θα προφτάνομε τ’ αλάι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια