Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δρομάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δρομά̤ζω Προφορά: δρομεάζω
  1. εξαποστέλλω, ξεπροβοδίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παραδείγματα:
    1) Εδώκεν το σύντεκνον ατ’ έναν κάτ’ μαυρομμάτα̤ και εδρομίασεν ατον.
    2) Εδέκα τον ζαπτιάν’ έναν ημ’σόν λίραν και εδρομίασα τον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια