Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

τριπόταμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριπόταμος Προφορά: τριπόταμος
  1. 1) μεγάλο ποτάμι 2) συμβολή τριών ποταμών Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια