Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τρανεύω Προφορά: τρανεύω
  1. μεγαλώνω κάνω κάτι μεγάλο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια