Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρδανίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρδανίν Προφορά: ρδανίν
  1. καπνοδόχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) άνοιγμα της στέγης από το οποίον έβγαινε ο καπνός. Άν ήταν χτισμένο (καπνοδόχη), έφερε σκέπασμα με μεγάλη λίθινη πλάκα (πλακίν) ή κεραμίδια

  2. το δώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια