Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δράκος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δράκος Προφορά: δράκος
  1. δράκος, ανδρείος (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    παληκάρι σαν δράκος

    Παράειγμα:
    Κατέβαν δράκοι Έλλενοι, κ’ είχαν το μέγαν άρχοντα, τον δράκον Ιωάννην.

Παρατηρήσεις - Σχόλια