Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τούρκιγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τούρκιγμαν Προφορά: τούρκιγμαν
  1. εκτουρκισμός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια