Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σκαλίζω Προφορά: σκαλίζω
  1. σκάβω, σκαλίζω / ανιχνεύω ερευνώ φρεσκάρω το χώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    από το αρχαιοελληνικό σκαλίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια