1. Προέλευση:
από το αττικό νεάζω
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: νεάζω
Παρατατικός: ενέαζα
Μέλλοντας: θα νεάζω
Αόριστος: ενέασα
3. Παραδείγματα:
Νεά' εις και πάς- ξαι κι λές να γερά' εις.
Εγώ νεάζω γιατί κι' εφτάω ζωήν σποταλεμένον! - νεάζω γιατί δεν κάνω άσωτη ζωή.
4. Αναφορά:
το γαρ νεάζον... (Σοφοκλή Τραχίνιαι 144)