Προέλευση:
από το αττικό ρήμα νεάζω
Σχόλια:
Ενεστώτας: νεάζω
Παρατατικός: ενέαζα
Μέλλοντας: θα νεάζω
Προστακτική: νέασον!
Παραδείγματα:
Νεά' εις και πάς- ξαι κι λές να γερά' εις.
Εγώ νεάζω γιατί κι' εφτάω ζωήν σποταλεμένον! (νεάζω γιατί δεν κάνω άσωτη ζωή)
Αναφορά:
το γαρ νεάζον... (Σοφοκλή Τραχίνιαι 144)