1. Προέλευση:
από το ιωνικό αιμοδέω-ώ και αιμοδιάω-ώ με την αυτή σημασία.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: μωδώ
Παρατατικός: αιμωδίαζα
Μέλλοντας: θα μωδώ και μωδάσκουμαι
Αόριστος: αιμωδάστα
3. Παράδείγματα:
Έφαγα κοκκύμελα κι' αιμοδεάστεν το στόμα μ' - έφαγα κορόμηλα και μούδιασε το στόμα μου.
Από πολά το καθισίον' μωδεάσκουνταν τα ποδεαρέα μ'.