Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αιμωδάστα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αιμωδά̤στα Προφορά: αιμωδεάστα
  1. μούδιασα παρέλυσε εξαιτίας κακής κυκλοφορίας του αίματος ένα άκρο του σώματος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό αιμοδέω-ώ και αιμοδιάω-ώ με την αυτή σημασία.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μωδώ
    Παρατατικός: αιμωδίαζα
    Μέλλοντας: θα μωδώ και μωδάσκουμαι
    Προστακτική: μωδάγ'!

    3. Παράδείγματα:
    Έφαγα κοκκύμελα κι αιμοδά̤στεν το στόμα μ'. (έφαγα κορόμηλα και μούδιασε το στόμα μου)
    Ασό πολλά το καθισίον μωδά̤σκουνταν τα ποδάρά̤ μ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια