Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θα μωδώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θα μωδώ Προφορά: θα μωδώ
  1. θα μουδιάζω θα παραλύω εξ 'αιτίας της κακής κυκλοφορίας του αίματος ένα άκρο το σώματος. Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό αιμοδέω-ώ και αιμοδιάω-ώ με την αυτή σημασία.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μωδώ
    Παρατατικός: αιμωδίαζα
    Αόριστος: αιμωδάστα
    Προστακτική: μωδάγ'!

    3. Παράδείγματα:
    Έφαγα κοκκύμελα κι αιμοδεάστεν το στόμα μ' - έφαγα κορόμηλα και μούδιασε το στόμα μου.
    Από πολλά το καθισίον' μωδεάσκουνταν τα ποδάρα̤ μ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια