Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μηρυκού [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μηρυκού Προφορά: μηρυκού
  1. μηρύκαζε, αναμάσησε Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό μηρυκάομαι - μηρυκώμαι.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μηρυκούμαι
    Παρατατικός: εμηρυκνούμ'νε
    Μέλλοντας: θα μηρυκούμαι
    Αόριστος: εμηρυκάστα

    3. Παράδειγμα:
    Μη μηρυκάσαι άμον την μωζίκαν! - Μην μηρυκάζεις σαν τη γελάδα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια