1. Προέλευση:
από το αρχαίο μεθύω και μεθύσκω.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: μεθύω
Παρατατικός: εμέθυα
Αόριστος: εμέτ΄σα
Προστακτική: μέθυσον και μεθυσκού!
Παράγωγα ουσιαστικά:
το μεθύον, η μέθη
Παράγωγο επίθετο: μεθυσμένος / μεθυμέντσα, μεθυσμένον
3. Παραδείγματα:
Μη πίντς πολλά, θα μεθυσκάσαι!
Πάντα πιν' και μεθύεται ο Μήτρον!
4. Αναφορά:
Ήσται νευστάζων κεφαλή μεθύοντι, εοικώς - είχε το κεφάλι του γυρτό σαν ναταν μεθυσμένος... ( Οδύσσειας Σ 240)