Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα μεθύω και μεθύσκω
Σχόλια:
Ενεστώτας: μεθύω
Μέλλοντας: θα μεθύζω
Αόριστος: εμέτ΄σα
Προστακτική: μέθυσον και μεθυσκού!
Παράγωγα ουσιαστικά:
το μεθύον, η μέθη
Παράγωγο επίθετο:
μεθυσμένος / μεθυμέντ΄σα , μεθυσμένον
Παραδείγματα:
Μη πίντ'ς πολά, θα μεθυσκάσαι!
Πάντα πιν΄και μεθύεται ο Μήτρον!
Αναφορά:
Ήσται νευστάζων κεφαλή μεθύοντι, εοικώς - είχε το κεφάλι του γυρτό σαν ναταν μεθυσμένος... ( Οδύσσειας Σ 240)