Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαμμουλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαμμουλίζω Προφορά: μαμμουλίζω
  1. τρώω χωρίς όρεξη ανακατεύοντας το φαΐ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Άμον την κοσσάραν εμαμούλτσες το φαΐν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια