Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάλαξον [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μάλαξον Προφορά: μάλαξον
  1. ανακάτεψε, τρίψε. ζύμωσε κάνε μαλάξεις Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αττικόν μαλάττω.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μαλάζω
    Παρατατικός: εμάλαζα
    Μέλλοντας: θα μαλάζω
    Αόριστος: εμάλαξα
    Παράγωγα ουσιαστικά: μαλέζ', κοινώς κουρκούτι.
    μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα.

    3. Παράδειγμα:
    Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.

    4. Αναφορά:
    Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)

Παρατηρήσεις - Σχόλια