Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμάλαξα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εμάλαξα Προφορά: εμάλαξα
  1. ανακάτεψα, έτριψα, ζύμωσα έκανα μαλάξεις Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό ρήμα μαλάττω

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: μαλάζω
    Παρατατικός: εμάλαζα
    Μέλλοντας: θα μαλάζω
    Προστακτική: μάλαξον!

    Παράγωγα ουσιαστικά:
    μαλέζ' (κουρκούτι), μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα

    Παράδειγμα:
    Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. (είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη)

    Αναφορά:
    Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)

Παρατηρήσεις - Σχόλια