1. Προέλευση:
από το αττικόν μαλάττω.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: μαλάζω
Παρατατικός: εμάλαζα
Αόριστος: εμάλαξα
Προστακτική: μάλαξον!
Παράγωγα ουσιαστικά:
μαλέζ', κοινώς κουρκούτι
μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα
3. Παράδειγμα:
Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.
4. Αναφορά:
Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)