Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα λακτιώ
Σχόλια:
Ενεστλωτας: λαχτίζω
Παρατατικός: ελάχτιζα
Μέλλοντας: θα λαχτίζω
Προστακτική: λάχτισον!
Παράγωγο ουσιαστικό:
η λάχτα (κλωτσιά)
Παραδείγματα:
1) Κάθ΄κα καλά ειδεμή δίγω σε έναν λαχτάν - καθου καλά αλλιώς θα φας κλωτσία!
2) Επρέστεν το σέρι μ' καί λαχτίζ' πολλά άσχεμα. (πρήστηκε το χέρι και πονάει δυνατά)
Αναφορά:
Σύν δ' ήλασ' οδόντας λακτίζων ποσί γαίαν... -σφίγγοντας τα δόντια κλώτσαγε τη γη με τα πόδια του ( Οδύσσειας Σ 99)