Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα λακτιώ
Σχόλια:
Ενεστλωτας: λαχτίζω
Μέλλοντας: θα λαχτίζω
Αόριστος: ελάχτισα
Προστακτική: λάχτισον!
Παράγωγο ουσιαστικό:
η λάχτα (κλωτσιά)
Παραδείγματα:
Κάθ΄κα καλά ειδεμή δίγω σε έναν λαχτάν - καθου καλάαλλιώς θα φας κλωτσία!
Επρέστεν το σέρι μ' καίλαχτίζ' πολλά άσχεμα - πρήστηκε το χέρι και πονάει δυνατά.
Αναφορά:
Σύν δ' ήλασ' οδόντας λακτίζων ποσί γαίαν... -σφίγγοντας τα δόντια κλώτσαγε τη γη με τα πόδια του ( Οδύσσειας Σ 99)