Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελάστα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελάστα Προφορά: ελάστα
  1. σουλάτσαρα, διασκέδασα 1) έκανα βόλτες 2) έκανα περίπατο 3) περιφέρθηκα ανέμελα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό ιλάσκομαι με την έννοια του καταπραύνω, εξιλεώνω.

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: λάσκουμαι
    Παρατατικός: ελάσκουμ'νε
    Μέλλοντας: θα λάσκουμαι
    Προστακτική: λάστ' !

    Παράγωγο ουσιαστικό:
    το λασίον

    Παράδειγμα:
    Τραγωδεί καί λάσκηται - τραγουδάει και σουλατσάρει.

    Αναφορά:
    Οι δε πανημέριοι μολπή Θεόν ιλάσκοντο - ολοήμερα αυτοί, με τραγούδια καλοπιάνουν το Θεό... (Ιλιάδος Α 472)

Παρατηρήσεις - Σχόλια