Προέλευση:
το αρχαίο ιλαρόω-ώ που σημαίνει προσφέρω χαρά και ευδιαθεσία, φαιδρύνω
Σχόλια:
Ενεστώτας: λαρούμαι
Παρατατικός: ελαρούμ'νε
Μέλλοντος: θα λαρούμαι
Προστακτική: λαρώθ' και λαρού!
Παράγωγα ουσιαστικά:
λαρός που σημαίνει ευχάριστος, ευάρεστος, ευδιάθετος, λάρωμαν (αποθεραπεία)
Παράδειγμα:
Ατώρα είμαι πολλά καλά, ελαρώθα!
Αναφορά:
Μη ιλαρώσης πρός αυτάς το προσωπόν σου... (Παλαιά Διαθήκη, Σοφία Σειράχ 7)