1. Προέλευση:
από το αττικό λαλέω-ώ με την ίδια έννοια.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: λαλώ
Παρατατικός: ελάλ'να
Αόριστος: ελάλεσα
Προστακτική: λάλ' και λάλεσον!
Παράγωγα ουσιαστικά: το λάλεμαν, η λαλία
3. Παραδείγματα:
Λάλ' με κι ας λαλώ σε, φίλ' με κι' ας φιλώ σε!
Λάλ' τα πρόγατα σο ραχͮί'ν, κιάν'.
4. Αναφορές:
Έπου μαλακίων δεύρ' ανύσας και μη λαλεί... (Αριστοφάνη, Εκκλησιάζουσες)