Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βάρκιγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βάρκιγμαν Προφορά: βάρκιγμαν
  1. ξεφωνητό γοερό κλάψιμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια