Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαριάζω Προφορά: βαριάζω
  1. ενοχλώ 1) προξενώ βάρος 2) αφήνω έγκυο γυναίκα 3) μένω έγκυος (για γυναίκα) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια